Please follow and like us

Ζητάμε Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής για να χαραχθεί εθνική γραμμή και να… θυμηθεί ο Κ. Μητσοτάκης ότι παρέλαβε μία ενεργητική εξωτερική πολιτική στην ανατολική Μεσόγειο με προχωρημένες διαδικασίες οριοθέτησης ΑΟΖ και μηχανισμό καταδίκης των τουρκικών παραβιάσεων από την ΕΕ, αντί να προσπαθεί να ξεχάσει ότι δεν έγιναν… φίλοι με τον Ερντογάν, είπε ο τομεάρχης Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κατρούγκαλος Στο Κόκκινο και τον Νίκο Σβέρκο.
«Δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη η συμπεριφορά της Τουρκίας» με τις τελευταίες κινήσεις της σε διπλωματικό επίπεδο, είπε ο κ. Κατρούγκαλος. Θύμισε ότι «εμείς με την δική μας ενεργητική εξωτερική πολιτική προωθήσαμε μία θετική ατζέντα στην ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο τα ενεργειακά. Με τις τριμερείς συνεργασίες, πάντα μαζί και με την Κύπρο, είχαμε καταφέρει όχι απλώς να σταθεροποιήσουμε την περιοχή, αλλά και να κατοχυρώσουμε απολύτως το δικαίωμα της Κύπρου στους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους».

Από τα παραπάνω, αλλά και τις δικές της επιλογές και πρακτικές, «η Τουρκία αισθάνθηκε απομονωμένη», σημείωσε, έτσι «αντέδρασε προβάλλοντας ισχύ και προσπαθώντας να δημιουργήσει τετελεσμένα, αφενός με τις γεωτρήσεις και αφετέρου με την προσπάθεια προβολής νομικών απαιτήσεων είτε με επιστολές στον ΟΗΕ είτε με την νέα αυτή τακτική, με την Λιβύη. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν δημιουργείται Δίκαιο από παράνομες πράξεις, ακριβώς όταν αυτός που τις επιχειρεί βρίσκεται σε πλήρη απομόνωση. Η συμφωνία αυτή είναι εκτός κάθε ιδέας Διεθνούς Δικαίου, τόσο επειδή είναι σαν να “ξεχνάει” ότι υπάρχει η Κρήτη ανάμεσα στην Τουρκία και την Λιβύη, όσο και για εσωτερικούς λόγους της Λιβύης, όπου οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να έχει προηγουμένως εγκριθεί από το Κυβερνητικό Συμβούλιο της χώρας, απόφαση που δεν υπάρχει».

Μπορεί ωστόσο να «είναι πολλαπλές οι ακυρότητες, τόσο από πλευράς Διεθνούς Δικαίου όσο και εσωτερικού Δικαίου της Λιβύης, αλλά η Ελλάδα απομένει να μην παρακολουθεί ως παθητικός παρατηρητής αυτές τις εξελίξεις, όπως δυστυχώς έγινε το τελευταίο διάστημα επί ΝΔ, αλλά να ανακτήσει τον ενεργό ρόλο που είχε επί ΣΥΡΙΖΑ», υπογράμμισε ο ίδιος.

«Η συνάντηση Ερντογάν – Μητσοτάκη στην Νέα Υόρκη», θύμισε ο κ. Κατρούγκαλος, «χαρακτηρίστηκε ακριβώς από το ότι δεν τέθηκε καθόλου το θέμα των παραβιάσεων στο Αιγαίο … αν συγκρίνει κανείς την στάση του με αυτή του Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργού, είναι πραγματικά “η μέρα με τη νύχτα”. Οι επανειλημμένες επισκέψεις Τσίπρα στην Τουρκία χαρακτηρίζονταν από την έντονη προβολή των θέσεων της χώρας -και μάλιστα σε δημόσια προβολή, στο πλαίσιο του διαλόγου που είχε με τον πρόεδρο Ερντογάν μπροστά στην κάμερα. Και αυτό, σε περιόδους που το προσφυγικό-μεταναστευτικό ήταν σε μεγαλύτερη όξυνση από ό,τι σήμερα. Γιατί ποτέ τα προβλήματα δεν πρέπει να μπαίνουν κάτω από το χαλάκι».

Πράγματι, φαίνεται η αρχική επιλογή Μητσοτάκη ήταν η προσπάθεια να δημιουργήσει διαπροσωπική σχέση με τον πρόεδρο Ερντογάν, θεωρώντας ότι η μη προβολή των ζητημάτων θα δημιουργούσε καλό κλίμα. Αυτό διαψεύστηκε έντονα. Τελευταία, είχαμε μερικές σπασμωδικές κινήσεις, που και πάλι δεν συνιστούν εξωτερική πολιτική. Γι’ αυτό ζητήσαμε να συγκληθεί άμεσα το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής και να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα, όπως για παράδειγμα να ενεργοποιηθούν και για παραβιάσεις στο Αιγαίο και νότια της Κρήτης οι κυρώσεις που για πρώτη φορά είχε επιβάλει η ΕΕ στην Τουρκία και είναι σαν να είχαν ξεχαστεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν επιχειρηθεί από την Τουρκία να υλοποιηθεί στην πράξη αυτή η άκυρη συμφωνία με την Λιβύη.
Θα πρέπει παράλληλα να επανενεργοποιηθούν οι προσπάθειες να μετεξελιχθούν οι τριμερείς σε κάτι ευρύτερο, όπως είχε ξεκινήσει μέσω της Διάσκεψης της Ρόδου, συνέχισε ο κ. Κατρούγκαλος, «και σε αυτό το επίπεδο φαίνεται να υπάρχει σημαντική καθυστέρηση … Με την Αίγυπτο είχαμε ξεκινήσει προσπάθεια οριοθέτησης ΑΟΖ, είχαμε φτάσει πολύ κοντά, πρέπει να προχωρήσει».

Ο ίδιος επανέλαβε ότι οι τηλεφωνικές ενημερώσεις από τον υπουργό Εξωτερικών δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, εκεί «δεν είναι ενημέρωση αλλά συζήτηση, προσπάθεια να χαραχθεί μία εθνική γραμμή. Και είναι προφανές ότι σε τέτοια θέματα πρέπει να προσπαθούμε να έχουμε εθνική γραμμή, που βέβαια πρέπει να είναι όχι παθητική αλλά ενεργητική, όχι αναμονής αλλά προώθησης των συμφερόντων της χώρας».